ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΜΑΣ ''ΒΑΡΟΣ''
ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΜΑΣ ''ΒΑΡΟΣ '' ΚΑΙ ΤΙ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΖΕΙ
''Το σωματικό μου βάρος, το ιδανικό μου βάρος, ο αριθμός πάνω στην ζυγαριά, η φιγούρα μου, η τέλεια/αποδεκτή/υγιή εικόνα μου'', είναι μόνο μερικές από τις δηλώσεις που χρησιμοποιούνται για να προσεγγίσει ο καθένας αυτό το επίμαχο θέμα. Αν κι έχει χυθεί πολύ μελάνι σχετικά με τον τομέα αυτό, έχουν ειπωθεί πολλά και άλλα τόσα, έχουν γίνει από πολλούς πρακτικά πολλές προσπάθειες για την επίτευξη των παραπάνω στόχων, δυστυχώς μόνο μερικοί καταφέρνουν να αποκτήσουν το ποθούμενο και αυτό είναι στατιστικά γεγονός.
Αυτά που θα παραθέσω σε αυτό το άρθρο, ίσως να είναι ήδη γνωστά όσον αφορά τις θεωρίες και τις επιστημονικές εξηγήσεις που έχουν δoθεί κατά καιρούς, όμως είναι επιτακτικό να αναλογιστούμε την αιτία της ''αποτυχίας'', κάθε φορά που μια ενδεχόμενη προσπάθεια ναυαγεί, ξανά και ξανά και ξανά...
Πρώτο εργαλείο: λογική
Με πρώτο εργαλείο την λογική, ας ξεκινήσουμε την ανασκόπηση από το οφθαλμοφανέστατο: παχαίνουμε, όταν τρώμε παραπάνω απ΄ ό,τι χρειάζεται. Η ερώτηση που ακολουθεί είναι: γιατί ενώ το στομάχι μου είναι γεμάτο και ενώ παίρνω επαρκείς θερμίδες, εξακολουθώ να πεινάω; Αφού το σώμα μου δεν χρειάζεται παραπάνω φαγητό (δηλ. να χρησιμοποιήσει περισσότερη ενέργεια), η πείνα γιατί συνεχίζει να υπάρχει;
Η πρώτη προσέγγιση γίνεται πάντα οργανικά, για να αποκλειστεί η περίπτωση του λάθος χειρισμού του οργανισμού μας. Ενδεικτικά μερικά παραδείγματα:
- Έφαγα υδατάνθρακες φουλ, χωρίς να τις συνδυάσω με πρωτεΐνη / φυτικές ίνες / λιπαρά και μετά από κάποιες ώρες ξαναπείνασα, διότι ανέβηκε σε υψηλό επίπεδο η γλυκόζη στο αίμα μου.
- Δεν ήπια μέσα στην ημέρα μου αρκετό νερό και η δίψα μπορεί να μου χτύπησε το καμπανάκι με το σήμα της πείνας.
- Ήπια καφέ νωρίς το πρωί και ένιωσα ότι δεν πεινάω, ούτε διψάω, πέρασε η μισή μου μέρα έτσι και μετά έπεσα με τα μούτρα στο φαγητό. Ο λόγος είναι ότι ο καφές δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι δεν πεινάμε, ούτε διψάμε, ενώ το σώμα μας στην πραγματικότητα και πεινάει και διψάει. Αυτή η λανθάνουσα κατάσταση που δημιουργεί η καφεΐνη κρατάει για 6-8 ώρες. Οπότε όταν περνάει η επήρρειά της, αντιλαμβανόμαστε ότι ο οργανισμός μας έχει μεγάλη ανάγκη από τροφή και νερό (λογικό, μετά από τόση στέρηση) και καταλήγουμε να τρώμε ανεξέλεγκτα.
- Η κατανάλωση της ζάχαρης - η οποια υπάρχει ακόμα και μέσα στο ψωμί - με κάνει να την λαχταρώ, άρα και να την αναζητώ μέσα από διάφορα τρόφιμα, διότι λειτουργεί εθιστικά.
- Δεν εξατομίκευσα ένα πρόγραμμα διατροφής που μου πρότειναν (δεν ταιριάζουν όλα σε όλους), με αποτέλεσμα να μην μου ταιριάζει οργανικά και τελικά να καταλήξω να τα παρατήσω.
Παίρνει κάποιος λοιπόν όλες αυτές τις πληροφορίες, καταλαβαίνοντας ότι αυτοί οι λάθος χειρισμοί τον κάνουν να παίρνει βάρος και προσπαθεί να αλλάξει τις συνήθειές του, την διατροφή του, τις ώρες που τρώει, τις ποσότητες, ξεκινάει και λίγο γυμναστική και αρχίζει να βλέπει τα πρώτα αποτελέσματα. Τι γίνεται όμως με το μετά; Μετά, εμφανίζονται δύο κύριες κατηγορίες.
- Η κατηγορία των ανθρώπων που συνεχίζουν ομαλά τις αλλαγές στην ζωή τους και έχουν ένα μόνιμο αποτέλεσμα.
- Η κατηγορία των ανθρώπων που είδαν αρχικά κάποιο αποτέλεσμα, όμως κάποιος παράγοντας τους έκανε ή να μην συνεχίσουν, άρα και να μην φτάσουν εκεί που θέλουν ή να ξαναγυρίσουν πίσω στην αρχική τους κατάσταση.
Δύο ερωτήσεις προκύπτουν στην συνέχεια. Γιατί οι πρώτοι τα κατάφεραν και ποιος παράγοντας έκανε τους δεύτερους να μην τα καταφέρουν; Διότι είναι ξεκάθαρο, πως ακόμα κι αν κάποιος τα κάνει όλα ''σωστά'', ενδέχεται να μην έχει την αναμενόμενη πρόοδο. Και όχι, δεν έχει σχέση με την συντήρηση διατροφής που δεν γίνεται μετά από κάποια διαίτα και άλλα σχετικά.
Ποια είναι άραγε η κύρια και μέγιστη διαφορά ανάμεσα στις δύο κατηγορίες; Η διαφορά εντοπίζεται στην ψυχολογία. Όταν η ψυχολογία και τα συναισθήματά μας είναι ισορροπημένα και δεν μας βγάζει τίποτα έξω από το συναισθηματικό μας κέντρο, τότε είμαστε σε θέση να καταφέρουμε ό,τι έχουμε βάλει σαν στόχο. Επομένως, η αντίθετη ψυχολογία, μας απομακρύνει από το μονοπάτι που μας οδηγεί στην προσωπική μας επιτυχία. Γνωστή αιτιολογία, αλλά τι γίνεται όταν καλούμαστε να την αντιμετωπίσουμε; Γνωρίζουμε πώς να χειριστούμε την ψυχολογία μας προς όφελός μας; Έχουμε εκπαιδευτεί για κάτι τέτοιο; Αμέσως αμέσως το μυαλό μας, μάς απαντάει ''όχι'' και πηγαίνει σε ειδικότητες ψυχολόγων ή διαφόρων εκπαιδευτών, αφού εμείς δεν κατέχουμε τις ανάλογες γνώσεις.
Η κάθε ειδικότητα όμως, είτε είναι γιατρού, είτε ψυχολόγου, μας κατευθύνει με τις γνώσεις του πάντα σε μία επιλογή. Στο να κάνουμε πρακτική όλων όσων μαθαίνουμε, μόνοι μας. Το τονίζω αυτό, ειδικά στην περίπτωση των ψυχολόγων, διότι η θεραπεία επιτυγχάνεται όταν το άτομο αποφασίζει να βοηθήσει τον εαυτό του με την δική του δράση. Άρα η γνώση από μόνη της δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη μας, παρά μόνο ο εαυτός μας. Κι αφού μόνοι μας χρειάζεται τελικά να καταφέρουμε τα πάντα, μήπως να ξανα-αξιολογούσαμε τι συμβαίνει μέσα μας;
Τι γίνεται όταν μέσα στην ημέρα μας νιώθουμε ένα σωρό πράγματα - που μόνο εμείς τα ξέρουμε - και επηρεάζουν τις αποφάσεις μας; Θυμίζω ότι τα συναισθήματα είναι ισχυρότερα της λογικής. Μήπως, εκτός από όλα αυτά που αισθάνομαστε καθημερινά, νιώθουμε πως μας λείπουν και κάποια άλλα; Κι αν όντως μας λείπει κάτι, πού καταφεύγουμε συνήθως για να γεμίσουμε τα κενά εδώ και τώρα, την στιγμή που αισθάνομαστε την έλλειψη; Μα, πού αλλού; Στο φαγητό. Είναι ο πιο εύκολος και γρήγορος τρόπος, για άμεση αποτελεσματικότητα. Και είναι όντως αποτελεσματικό, διότι το φαγητό συνδέεται μαζί μας και οργανικά και ψυχολογικά. Οργανικά, διότι οι ορμόνες θα μας δώσουν ντοπαμίνη ή ό,τι άλλο χρειάζομαστε για να νιώσουμε καλά μέσω της ικανοποίησης της γεύσης και ψυχολογικά, διότι το κάθε φαγητό συνδέεται και με ένα συναίσθημα μας ή κάποια ανάμνηση. Κάθε φoρά λοιπόν που θα φάμε κάτι, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο την ανάμνηση αυτή - εννοείται χαρούμενη - ντοπάρουμε τον εαυτό μας με μια πρόχειρη χαρά, διότι δεν γνωρίζουμε από που αλλού να την αντλήσουμε. Όλα καλά μέχρι εδώ, αλλά η επήρεια αυτής της τεχνικής - τρώω για να αναβιώνω παλαιότερες χαρούμενες στιγμές - κρατάει χρονικά για πολύ λίγο. Επομένως τι θα αναγκαστούμε να κάνουμε; Να το επαναλάβουμε, δηλαδή να ξαναφάμε, ξανά και ξανά και ξανά, με αποτέλεσμα η καινούργια μας εικόνα στον καθρέφτη, να αλλάξει εντελώς.
''Το κάθε φαγητό αντιστοιχεί σε ένα συναίσθημα ή μια ανάμνηση''. Ας σταθώ για λίγο εδώ. Τα συναισθήματα από μόνα τους είναι ισχυρότατα και αυτό είναι γεγονός. Είναι μια κοινή εμπειρία για όλους τους ανθρώπους. Αν λοιπόν σε κάποιον για τον x λόγο, υπάρχει έντονη η έλλειψη της οικογένειας, μπορεί να συνδεθεί με την έννοια της οικογένειας ακριβώς όπως την έχει σχηματίσει μέσα του, μέσω κάποιου φαγητού. Ακόμα και γάλα μπορεί να λαχταράει κάποιος, θυμίζοντάς του την νηπιακή του ηλικία, κι ενώ ίσως να μην το έχει ανάγκη ο οργανισμός του, να το έχει ανάγκη η ψυχή του και να καλύπτει αυτή την ανάγκη με την ανάμνηση του γάλακτος. Τα παιδιά από νήπια, έχουν την καταπληκτική ικανότητα της συναισθηματικής νοημοσύνης και ανάμνησης και ενώ δεν μπορεί ο ενήλικας να φέρει στην μνήμη του εικόνες από την νηπιακή του ηλικία, μπορεί να φέρει συναισθήματα. Συναισθήματα ασφάλειας, χαράς, ξεγνοιασιάς και πολλά άλλα.
Αν σε κάποιον λείπει η χαρά, η ασφάλεια, η αγάπη, η αποδοχή, η αυτοπεποίθηση και δεν γνωρίζει πώς να γεμίσει τον εαυτό του με όλα αυτά, τι θα διαλέξει; Την μόνιμη αίσθηση του κενού ή να το γεμίσει αυτό το κενό με όποιον τρόπο μπορεί; Θα διαλέξει το δεύτερο. Διότι έτσι είναι η φύση του ανθρώπου. Εχει εγκεφαλικά εργαλεία για να μπορεί να επιβιώνει ψυχολογικά όταν βάλλεται, άρα όταν το φαγητό μπορεί να αποκαταστήσει την χαμένη ηρεμία μας, ο ίδιος ο εγκέφαλος μας συναινεί στην επιλογή μας για να φάμε, σε περιπτώσεις εκτός σωματικής πείνας. Αν στην πορεία της ζωής του μάθει και κάποια πράγματα μέσα από έναν ειδικό (πάσης φύσεως ειδικότητα), αλλά αν εξακολουθεί να ζει με την εντύπωση ότι είναι αδύνατον να γεμίσει τον εαυτό του με ό,τι χρειάζεται με άλλο τρόπο εκτός του φαγητού, τι θα καταφέρει με τις νέες γνώσεις; Τίποτα! Θα προσπαθήσει να μιμηθεί τα νέα δεδομένα, θα πιεστεί και στο τέλος θα τα παρατήσει, διότι καινούργιες γνώσεις σε λανθάνουσα βάση, δεν ευδοκιμούν.
Δεύτερο εργαλείο: συνειδητότητα
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, είναι που χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε το δεύτερο εργαλείο, την συνειδητότητα. Η συνείδηση της καταστάσεως πού βρισκόμαστε κάθε φορά συναισθηματικά, είναι ταυτόχρονα και η αρχή της λύσης του εκάστοτε προβλήματος.
Αν για παράδειγμα παραδεχτώ ότι έχω έλλειψη χαράς στην ζωή μου και ότι μέχρι στιγμής γεμίζω αυτό το κενό με τροφή, τότε αυτόματα η συνείδησή μου θα ψάξει έναν πραγματικό τρόπο για να βοηθηθώ. Δεν θα με αφήσει να συνεχίσω να υποστηρίζομαι από έναν ψεύτικο και φανταστικό τρόπο, όπως την υπερβολική σίτιση. Όσο αφουγκράζομαι αυτό που μου συμβαίνει και με ποιο τρόπο το αντιμετώπιζα μέχρι στιγμής, δηλαδή ότι γέμιζα το στομάχι μου με όση χαρά, αγάπη, ενδιαφέρον ή αναγνώριση μου λείπουν, θα πάψει από μόνο του να είναι μία από τις επιλογές που έχω διαθέσιμες για βοήθεια. Εξάλλου, αν έχει περάσει αρκετός καιρός με την επιλογή της σίτισης π.χ. για χαρά, χωρίς αποτελέσματα, αυτή είναι και η απόδειξη για τον εγκέφαλό μου, ότι δεν είναι η ταιριαστή λύση και η συνειδητότητά μου θα ψάξει για κάποια άλλη. Η αίσθηση του ξύπνησα ένα πρωί και είχα έμπνευση, είχα ξαφνικά μια ιδέα για το τάδε θέμα, δεν είναι τίποτα άλλο από την συνειδητότητά μου που έψαχνε να φέρει στην επιφάνεια την λύση που μου ταιριάζει καλύτερα. Στην περίπτωση λοιπόν της έλλειψης χαράς, μπορεί να συνειδητοποιήσει κάποιος, πως το να κάνει όλα αυτά που το κάνουν πραγματικά να χαίρεται, είναι πολύ καλύτερο από το να ''καταπίνει'' την έλλειψη της χαράς με το φαγητό.
Κάτι επιπλεόν που αξίζει να αναλογιστούμε, είναι ότι το στομάχι σε αντίθεση με την ψυχή μας, έχει συγκεκριμένη χωρητικότητα. Η ψυχή μας μπορεί να ''ταϊστεί'' απεριόριστα με ό,τι κι αν επιλέξουμε να την ταΐσουμε, με θετικά ή αρνητικά συναισθήματα και να χαρεί ή να πονέσει αναλόγως. Το στομάχι μας πότε συμπεριφέρεται σαν να μην έχει περιορισμό στην χωρητικότητά του; Ποτέ. Εμείς το αναγκάζουμε. Για να ξεχυλώσει και να μεγαλώσει, σημαίνει επίσης ότι υπήρξε πόνος, ο οποιος όμως δεν έγινε αντιληπτός, διότι η προσοχή μας ήταν σε αυτό που νιώθαμε ψυχικά καθώς τρώγαμε και όχι στο ότι ταυτόχρονα πόναγε το στομάχι μας καθώς πιεζόταν να ανοίξει.
Επίλογος
Η τροφή είναι το μέσο της επιβίωσής μας, αυτό που μας κρατάει στην ζωή. Δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας να μπερδεύεται αυτό που πρεσβεύει το φαγητό, με την ανάγκη της συναισθηματικής επιβίωσής μας. Κοινώς, όταν κάποιος νιώθει ότι ''πεθαίνει'' μέσα του, να τρώει για να κρατηθεί συναισθηματικά ζωντανός. Αν όμως θυμόμαστε, ότι με την τροφή εξασφαλίζουμε το να παραμένουμε ζωντανοί για να χτίσουμε την ζωή που θέλουμε και ονειρευόμαστε (διότι αν δεν φας καθόλου, δεν υπάρχεις) και κρατήσουμε την εξίσωση σε αυτή την λογική, τότε δεν ζούμε για να τρώμε, αλλά τρώμε για να υπάρχουμε και να δημιουργούμε...(συμπλήρωσε το όνειρό σου).
Τέλος, να μην ξεχνάμε πως η σχέση μας με τον εαυτό μας είναι προσωπική υπόθεση και κάθε φορά που ερχόμαστε σε επαφή με τους άλλους, δεν χρειάζεται να προβάλλουμε το ''βάρος'' μας ως κάτι που μας μειώνει. Αυτό το βάρος είναι ένα σύνολο από τις δυσκολίες μας, τους φόβους, τους πόνους και τις ανησυχίες μας. Δεν μπορεί να μας το κουβαλήσει άλλος, οπότε στις επαφές μας με τους ανθρώπους, ας συνδεόμαστε με την προσωπικότητά μας και τα ταλέντα μας. Το βάρος μας είναι δική μας υπόθεση, για να το λύσουμε με τον τρόπο και στον χρόνο που μας ταιριάζει. Κι αν μπορούσε κάποιος να μας το κουβαλήσει, τότε σίγουρα θα μας ρώταγε, πόσες ''μπουκιές'' αγάπης τρώμε. Αν δεν μας έχει ρωτήσει κανείς, ας αναρωτηθούμε μόνοι μας.
Αλήθεια, εσύ, πόσες μπουκιές αγάπης τρως;
Ε.Μ.
Γράψε μου στα σχόλια ποιο άλλο θέμα θα ήθελες να διαβάσεις σε επόμενο άρθρο.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου